Interviews

1. Είσαστε Διευθυντής των Εκδόσεων Πανεπιστημίου Μακεδονίας (ΕΠΜ) από την ίδρυσή τους, το 2001. Ποια είναι η γενικότερη πολιτική των ΕΠΜ και πόσο δύσκολο είναι τελικά να συσταθεί ένας Πανεπιστημιακός εκδοτικός οίκος; Ποια είναι τα μελλοντικά σχέδια εξέλιξής του;

Οι ΕΠΜ εκμεταλλεύτηκαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους ευρωπαϊκούς πόρους του Β΄Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης. Η δημιουργία τους δεν ακολούθησε τα μέχρι τότε υπάρχοντα πρότυπα. Στην πειραματική προσέγγιση που επιλέχθηκε, καθοριστικής σημασίας ήταν η βούληση των πρυτανικών αρχών του πανεπιστημίου Μακεδονίας.
Στην αρχή (1998) οργανώθηκε ο Μηχανισμός Εκδόσεων Παν/μίου Μακεδονίας (ΜΕΠΜ), του οποίου η ανάπτυξη αποτέλεσε, μετά το πέρας του Κοινοτικού προγράμματος, τη στέρεη βάση για την ίδρυση του πανεπιστημιακού εκδοτικού οίκου (2001). Οι εργασίες που διεκπεραιώνει το προεκτυπωτικό τμήμα του ΜΕΠΜ χρηματοδοτούν τις εκδόσεις δίνοντας τη δυνατότητα εφαρμογής μιας ανοιχτής εκδοτικής πολιτικής.
Οι ΕΠΜ έχουν εκδώσει δεκαπέντε τίτλους και προγραμματίσει άλλους πέντε (μεταξύ αυτών δύο μεταφράσεις) για το 2004. Προχωρούν με συνετά, σταθερά βήματα, φροντίζοντας να παρουσιάζουν βιβλία, αφενός απαραίτητα στην ελληνική βιβλιογραφία και αφετέρου ικανά να καλύψουν το κόστος παραγωγής τους.
Παράλληλα, έχουν να επιδείξουν σημαντικές πρωτοβουλίες στο χώρο της εκπαίδευσης και της έρευνας. Μερικά παραδείγματα αποτελούν η διοργάνωση του Παγκόσμιου Συνέδριου Τυπογραφίας και Οπτικής Επικοινωνίας, τα επιμορφωτικά και εκπαιδευτικά σεμινάρια για την τυπογραφία και την εκδοτική, η διοργάνωση της Πανελλήνιας συνάντησης των πανεπιστημιακών εκδοτικών φορέων, καθώς και τα ερευνητικά προγράμματα για τα οποία οι ΕΠΜ έχουν την ευθύνη της υλοποίησης.
Ολες αυτές οι δραστηριότητες οριοθετούν το πλαίσιο στο οποίο κινούνται οι ΕΠΜ και καθορίζουν την μελλοντική τους πορεία.


2. Τον Οκτώβριο του 1992 έγινε για πρώτη φορά στην Ελλάδα μια διεθνής συνάντηση με θέμα την τυπογραφία. Είχατε την ευθύνη για το ακαδημαϊκό μέρος εκείνης της διοργάνωσης. Δέκα χρόνια μετά αποφασίσατε να οργανώσετε το 1ο Παγκόσμιο Συνέδριο Τυπογραφίας & Οπτικής Επικοινωνίας. Τι καινούρια πράγματα είχε να προσφέρει ο χώρος μέσα σε αυτά τα 10 χρόνια και ποια ήταν η γενικότερη απήχηση του κοινού;

Το DIDOT, στο πλαίσιο του οποίου πραγματοποιήθηκε εκείνη η συνάντηση, ήταν ένα πανευρωπαϊκό πρόγραμμα για την ψηφιακή τυπογραφία με στόχο να φέρει κοντά τους χώρους της τυπογραφίας και της πληροφορικής. Εκείνη την εποχή εργαζόμουν για τη διατριβή μου στο Πανεπιστήμιο του Reading και ο Michael Twyman πρότεινε να αναλάβω τις επαφές για λογαριασμό της ελληνικής πλευράς. Η αδιαφορία των υπευθύνων της σχολής των ΤΕΙ Αθηνών μας οδήγησε στη συνεργασία με την Infoprint. Η Infoprint, μια εκδοτική εταιρία με φωτοστοιχειοθετικό εξοπλισμό, είχε έδρα τη Θεσσαλονίκη και μια καλή προϋπηρεσία στο χώρο των εκπαιδευτικών σεμιναρίων για τις γραφικές τέχνες. Οπως οι άλλες χώρες-εταίροι έτσι κι εμεις έπρεπε να οργανώσουμε μία συνάντηση στην Ελλάδα. Η δική μας είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς με αυτήν ολοκληρωνόταν το πρόγραμμα. Ηταν μια πετυχημένη διοργάνωση με Έλληνες και ξένους εισηγητές στο συνεδριακό κέντρο της Helexpo, όπου για πρώτη φορά στη χώρα μας η λέξη ‘τυπογραφία’ σήμαινε κάτι περισσότερο από μία τεχνική εκτύπωσης.
Βέβαια, το Παγκόσμιο Συνέδριο Τυπογραφίας & Οπτικής Επικοινωνίας απέχει παρασάγγας από εκείνη την εκδήλωση. Κατά την τελευταία δεκαετία έχουν επέλθει δραματικές αλλαγές στο χώρο της τυπογραφίας-επικοινωνίας λόγω της ραγδαίας εξέλιξης των νέων τεχνολογιών. Η όλο και μεγαλύτερη εμπλοκή των απλών χρηστών στη σχεδιαστική και παραγωγική διαδικασία τροποποιεί τα δεδομένα. Νέα εργαλεία, καινούριες πρακτικές, ποικίλα μέσα και αλλαγές στις σχέσεις των εμπλεκομένων μερών, διαφοροποιούν αισθητά το τοπίο.


3. Πόσο ώριμη πιστεύετε ότι είναι η Θεσσαλονίκη για να δεχτεί ένα συνέδριο τέτοιας εμβέλειας και ποια είναι τα οφέλη από την καθιέρωσή του;

Με τα συνέδρια αυτά θέλουμε να φέρουμε τη συζήτηση για τα θέματα που προαναφέραμε εντός των συνόρων μας, κάνοντας την Ελλάδα κοινωνό νέων ιδεών και αντιλήψεων. Η παρουσία 60 κορυφαίων ομιλητών σε θέματα ιστορίας, θεωρίας και εκπαίδευσης της τυπογραφίας και της οπτικής επικοινωνίας στη Θεσσαλονίκη πιστεύω πως τα λέει όλα. Το συνέδριο του 2002 ήταν ένα μοναδικό γεγονός όχι μόνο για την πατρίδα μας αλλά με τεράστια διεθνή απήχηση. Μπορείτε εύκολα να εκτιμήσετε τη σημασία αυτής της διοργάνωσης εάν συζητήσετε με κάποιον που την παρακολούθησε ή εάν ρίξετε μια ματιά στο τι ‘δημοσιεύθηκε’ σχετικά στο διαδίκτυο. Φέτος αναμένουμε πολύ περισσότερα σε κάθε επίπεδο.
Πολλοί θεώρησαν ότι οι προσπάθειές μας θα αποτύγχαναν αφού γίνονταν εκτός Αθηνών. Η επιτυχία του 2002 και οι συμμετοχές τού 2004 αποδεικνύουν ότι στην εποχή μας δεν μπαίνουν τέτοια διλήμματα. Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας στηρίζει την πολυήμερη αυτή εκδήλωση με όλες του τις δυνάμεις. Η επιτυχία οφείλεται, σε πολύ μεγάλο βαθμό, στη διάθεση της υλικοτεχνικής του υποδομής για τους σκοπούς του συνεδρίου. Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως ένα σημαντικό κέντρο, το οποίο εργάζεται για την εξάπλωση και τη διάδοση της τυπογραφίας και της οπτικής επικοινωνίας στην Ελλάδα, ενώ μας φέρνει σε επαφή με εκείνους τους ανθρώπους που διαπλάθουν ό,τι σημαντικότερο συμβαίνει στο χώρο αυτό στο εξωτερικό. Το ότι το συνέδριο του 2002 χαρακτηρίστηκε από τους ξένους προσκεκλημένους μας ‘γεγονός της δεκαετίας’ σημαίνει πολλά. Κι εδώ θα πρέπει να τονιστεί η συμβολή της alterVision, η οποία έχει πλέον τη δυνατότητα να επικοινωνεί επί ίσοις όροις με τις φίλιες δυνάμεις σε όλο τον κόσμο.


4. Είστε ο μοναδικός Έλληνας κάτοχος διδακτορικού τίτλου στην τυπογραφία και τη γραφική επικοινωνία και συγγραφέας του βιβλίου Θέματα Αναπαραγωγής και Εκτύπωσης, το οποίο χρησιμοποιείται ως εγχειρίδιο σε πολλές σχολές γραφικών τεχνών της χώρας μας. Κατά τη γνώμη σας, ποια είναι τα ακαδημαϊκά εφόδια που μπορούν να προσφέρουν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας μας –ιδιωτικά και δημόσια– στο χώρο των γραφικών τεχνών;

Ελπίζω σύντομα να σταματήσω να κατέχω τον τίτλο του ‘μοναδικού’ Έλληνα διδάκτορα τυπογραφίας. Αναμφισβήτητα θα συμβεί αυτό καθώς μεγαλώνει το ενδιαφέρον για έρευνα στους χώρους της ιστορίας και της θεωρίας. Σαν να μην πέρασε καθόλου χρόνος από τότε που κάποιοι, προσπαθώντας να καταλάβουν περί τίνος επρόκειτο, κατέληγαν στερεότυπα στη φράση “και τι θα το κάνεις αυτό;”, εννοώντας τον διδακτορικό τίτλο στην τυπογραφία! Από τα τέλη του 1987, που τυπώθηκε το βιβλίο μου με τίτλο Θέματα Αναπαραγωγής και Εκτύπωσης, πέρασαν δεκαπέντε χρόνια στη διάρκεια των οποίων πολλά νέα παιδιά ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους. Είναι καταπληκτικό να ανοίγεις σημαντικά περιοδικά του εξωτερικού και να αντικρύζεις ελληνικά ονόματα είτε σε παρουσιάσεις εργασιών ή στην αρθρογραφία.
Αυτά, βέβαια, κατακτήθηκαν με κόπο και πρέπει να ομολογήσουμε ότι η συμβολή της κρατικής εκπαίδευσης ήταν –στην καλύτεη περίπτωση– μετρίου επιπέδου. Το εκπαιδευτικό πλάνο του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, εκτός των άλλων, εμπεριέχει την πρόταση ίδρυσης τμήματος ‘Τυπογραφίας, οπτικής επικοινωνίας και νέων τεχνολογιών’. Παρ’ όλα αυτά αποτελεί κοινή αίσθηση ότι αυτό το σχέδιο πρέπει να υλοποιηθεί με σταθερά βήματα τη χρονική στιγμή που οι συνθήκες θα το επιτρέπουν. Είναι απολύτως σαφές ότι το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας δεν πριμοδοτεί μια λογική κάλυψης κενών με εύκολους και γρήγορους τρόπους, πράγμα που είδαμε να συμβαίνει αλλού με αρνητικές επιπτώσεις όχι μόνο στην ακαδημαϊκή εικόνα του χώρου αλλά, πολύ περισσότερο, στα παιδιά που υποτίθεται ότι πήγαν να φοιτήσουν. Η πορεία είναι επίπονη και σε αυτήν εντάσσονται τα συνέδρια, τα σεμινάρια, οι ερευνητικές πρωτοβουλίες και οι άλλες παρεμφερείς δραστηριότητες των ΕΠΜ.


5. Στη λίστα των ομιλητών συγκαταλέγονται σημαντικά ονόματα στο χώρο της τυπογραφίας και της επικοινωνίας, τόσο από την Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό. Με τι κριτήρια επιλέγει κάθε φορά η Οργανωτική Επιτροπή του Συνεδρίου, αν κάποιος υποψήφιος ομιλητής μπορεί να συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα του Συνεδρίου;

Η Οργανωτική Επιτροπή του συνεδρίου, που πλαισιώνεται από τους καθηγητές-μέλη της Εκδοτικής Επιτροπής των ΕΠΜ, έχει πρόεδρο τον Αντιπρύτανη του Πανεπιστημίου, καθηγητή Κωνσταντίνο Μαργαρίτη, έναν άνθρωπο που πίστεψε και ενθάρρυνε από την αρχή το πείραμα των ΕΠΜ. Την Επιστημονική Επιτροπή του Συνεδρίου αποτελούν ακαδημαϊκοί ευρέως γνωστοί στο χώρο της οπτικής επικοινωνίας. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι διασφαλίζουν την ποιότητα του περιεχομένου και των εργασιών του συνεδρίου.
Είναι σημαντική η παρουσία στη Θεσσαλονίκη ανθρώπων που συμβάλλουν και συχνά κατευθύνουν τις εξελίξεις στο χώρο της τυπογραφίας, της οπτικής επικοινωνίας και των νέων τεχνολογιών. Αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείονται νέοι ερευνητές ή δημιουργοί. Για παράδειγμα, ο Alan Fletcher, o Neville Brody, o Erik Spiekermann, ή o Gerard Unger, θα βρεθούν στο βήμα με νέα παιδιά, όλοι μαζί με πάθος γι’ αυτό που κάνουν. Στο πλαίσιο της λογικής που θέλει αυτό το συνέδριο μια μεγάλη γιορτή για την τυπογραφία και την επικοινωνία, οι νέοι σπουδαστές και σπουδάστριες θα έχουν τη δυνατότητα να συνομιλήσουν με τον Δημήτρη Αρβανίτη, τον David Lemon της Adobe, τον Robin Kinross ή τον James Mosley. Θα τους δοθεί η ευκαιρία να παρακολουθήσουν τον Μιχάλη Αρφαρά, τη Βαγγελιώ Τζανετάτου, ή τον Erik Blokland σε μοναδικής ποιότητας εργαστήρια και να ενημερωθούν για κάθε τι σημαντικό που συμβαίνει εκτός και εντός συνόρων.
Την τελευταία μέρα του συνεδρίου, το 2002, πολλοί ήταν εκείνοι που εξέφραζαν τη λύπη τους γιατι δεν πρόλαβαν! Ειδικά τα νέα παιδιά, που θέλανε να παρακολουθήσουν όλες τις εισηγήσεις, να συμμετάσχουν σε όλα τα εργαστήρια, να περάσουν λίγη ώρα θαυμάζοντας, μελετώντας τα εκθέματα στην τυπογραφική έκθεση, να συνομιλήσουν με όλους και για όλα. Κι εδώ που τα λέμε τι να πρωτοπρολάβει κανείς... Γι’ αυτόν το λόγο αυξήσαμε τη διάρκεια του συνεδρίου, προσθέτοντας ακόμη μία μέρα!


6. Το 2002 το συνέδριο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κυρίως ακαδημαϊκό. Φέτος προστίθεται και η διημερίδα Going Digital, στην οποία τον κύριο λόγο θα έχουν εταιρίες που προμηθεύουν εξοπλισμό για γραφικές τέχνες και επικοινωνία. Πόσο σημαντικό θα είναι το φετινό «πάντρεμα» του ακαδημαϊκού με το πιο πρακτικό μέρος του Συνεδρίου;

Είναι σαφές ότι στόχος μας είναι να καταδείξουμε την ύπαρξη ενός χώρου ιστορίας, θεωρίας και εκπαίδευσης. Ενός χώρου που απαιτεί αντιμετώπιση ακαδημαϊκού επιπέδου. Και αυτό πιστεύω ότι σε μεγάλο βαθμό κατορθώθηκε κατά τη διάρκεια των εργασιών του προηγούμενου συνεδρίου. Πολλά νέα παιδιά, σπουδαστές και σπουδάστριες διαφόρων δημόσιων και ιδιωτικών σχολών μας, έμειναν έκπληκτοι από την ποικιλία των θεμάτων και το περιεχόμενο των συζητήσεων. Συνειδητοποίησαν τα τεράστια ελλείμματα στη δική τους εκπαίδευση και ξαφνιάστηκαν θετικά και δημιουργικά από έναν καινούριο κόσμο που ανοίχτηκε μπρος στα μάτια τους. Το ίδιο θα συμβεί και φέτος. Θέματα όπως οι στρατηγικές ανάγνωσης, ευαναγνωσιμότητα και ευπροσληπτικότητα, νέες τεχνολογίες για τη δημιουργία μη-λατινικών γραμματοσειρών, μοντέρνα και μεταμοντέρνα τυπογραφία, το ηλεκτρονικό βιβλίο, εικόνα και κείμενο, η τυπογραφία στα νέα μέσα επικοινωνίας, αλλαγές στις σχέσεις χρήστη και μέσου, σήμανση και επικοινωνία και πολλά άλλα θα συζητηθούν στη διάρκεια των έξι ημερών.
Φέτος, θελήσαμε να φέρουμε ακόμη πιο κοντά τους χώρους της έρευνας και της θεωρίας, της πρακτικής και των εφαρμογών. Ως το καλύτερο μέσο γι’ αυτόν το σκοπό επιλέχθηκε η διοργάνωση της διημερίδας με τίτλο Going Digital, στην πραγματικότητα ένα μίνι συνέδριο ‘μέσα’ στο συνέδριο. Σε συνδυασμό με τη μεγάλη έκθεση των εταιριών, επαγγελματιών, σχολών κ.ά., που θα πραγματοποιείται σε όλη τη διάρκεια του συνεδρίου στο γυμναστήριο του Πανεπιστημίου, αναμένουμε να συγκεντρώσει μεγάλο αριθμό επαγγελματιών από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό. Για παράδειγμα, εταιρίες όπως η Microsoft και η Adobe θα εκπροσωπηθούν από τα στελέχη τους του εξωτερικού. Επίσης, η Οργανωτική Επιτροπή ζήτησε από τα σχετικά ινστιτούτα (π.χ. το Institute of Printing Αγγλίας και τη Print Media Academy Γερμανίας) να στείλουν εκπροσώπους τους για να ενημερώσουν και να συζητήσουν γύρω από τις σύγχρονες τάσεις που επικρατούν στις χώρες τους στον τομέα της τυπογραφίας και της οπτικής επικοινωνίας. Θέματα όπως η ψηφιακή εναντίον της συμβατικής εκτύπωσης, τι είναι το ημι-ψηφιακό περιβάλλον, ψηφιακό design και ψηφιακή επικοινωνία θα συζητηθούν κατά τις εργασίες του Going Digital.

Η σημασία αυτών των συναντήσεων αποτιμάται στο τέλος, όταν ‘κάνουμε ταμείο’ και διακρίνουμε τι απομένει για το μέλλον. Η δυναμική, με την οποία το συνέδριο του 2002 κληροδότησε την ελληνική πραγματικότητα, αποτελεί την καλύτερη απόδειξη και είναι το σημαντικότερο εχέγγυο για την επιτυχία του συνεδρίου τον Ιούνιο του 2004.

Οργάνωση και καταγραφή, Μαριέτ Βαϊνά

Κορυφή Σελίδας